ΤΟ ΘΕΙΟ ΔΡΑΜΑ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
Μεγάλη εβδομάδα... Μέσα στις κορυφαίες ώρες του θείου δράματος, δε θα μπορούσε να απουσιάζει το μητριαρχικό στοιχείο. Τα μεγάλα έργα της θρησκευτικής μουσικής που είναι αφιερωμένα στο Θείο Δράμα, έχουν τονίσει αυτό το μητριαρχικό στοιχείο, προκαλώντας στο άκουσμά τους δέος και κατάνυξη...
"Ω γλυκύ μου έαρ" - Το Μοιρολόι της Παναγίας
Το "Ω γλυκύ μου έαρ" είναι Εγκώμιο Επιταφίου Θρήνου της Μεγάλης Παρασκευής. Είναι από τους πιο εξαιρετικούς ορθόδοξους βυζαντινούς ύμνους.Το κατανυκτικό κείμενο του ύμνου αποδίδει τον πόνο της Παναγίας για τον επίγειο θάνατο του μοναδικού γιού της. Είναι ένα μοιρολόι, μεγάλο θρησκευτικό τραγούδι στην Αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου και στην Ακολουθία του Επιταφίου. Εξιστορεί την σταύρωση του Ιησού και εκφράζει τον πόνο της Αγίας του Μητέρας.
Κρίσιμα ερωτήματα γύρω από τον Επιτάφιο Θρήνο, όπως πότε συγγράφτηκε, ποιος υπήρξε ο συγγραφέας του ή πότε ακριβώς εισήλθε στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, δεν έχουν βρει ακόμα σαφείς απαντήσεις. Η πλειονότητα πάντως των μελετητών τοποθετεί τη συγγραφή του ποιήματος στα πρώτα χρόνια της δυναστείας των Παλαιολόγων (1258-1453), οπως επίσης οι πολλές μετρικές ανωμαλίες οδηγούν στο συμπέρασμα για την ύπαρξη πολλών ποιητών.
Τα εγκώμια του επιταφίου αναφέρονται στη Βυζαντινή υμνολογία ως τροπάρια που ψάλλονται το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, εκτός των ναών, κατά την εκφορά του επιταφίου. Πρόκειται για σύντομα, γλυκύτατα μουσικά μέλη, που παρεμβάλλονται μετά τον 118ο ψαλμό, (ψαλμό του Αμώμου), σε τρεις στάσεις.
Η πρώτη στάση σε ήχο πλάγιο α΄ αρχίζει με το εγκώμιο «Η ζωή εν τάφω, κατετέθης, Χριστέ…».
Η δεύτερη στάση σε ήχο πλάγιο α΄ αρχίζει με το εγκώμιο «Άξιον εστί μεγαλύνειν σε τον Ζωοδότην…» και
Η τρίτη στάση σε ήχο γ΄ αρχίζει με το εγκώμιο «Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή Σου προσφέρουσι Χριστέ μου».
Και οι τρεις παραπάνω στάσεις καταλήγουν με το ίδιο τροπάριο – εγκώμιο που ξεκινούν, ενώ ο ιερέας θυμιατίζει τον επιτάφιο και από τις τέσσερις πλευρές του.
Ὢ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;
Θρῆνον συνεκίνει, ἡ πάναγνός σου Μήτηρ, σοῦ Λόγε νεκρωθέντος.
Γύναια σὺν μύροις, ἥκουσι μυρίσαι, Χριστὸν τὸ θεῖον μύρον.
Θάνατον θανάτῳ, σὺ θανατοῖς Θεέ μου, θείᾳ σου δυναστείᾳ.
Πεπλάνηται ὁ πλάνος, ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται, σοφίᾳ σῇ Θεέ μου.
Πρὸς τὸν πυθμένα ᾍδου, κατήχθη ὁ προδότης, διαφθορᾶς εἰς φρέαρ.
Τρίβολοι καὶ παγίδες, ὁδοὶ τοῦ τρισαθλίου, παράφρονος Ἰούδα.
Συναπολοῦνται πάντες, οἱ σταυρωταί σου Λόγε, Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ.
Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ, συναπολοῦνται πάντες, οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων.
Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πῶς πάθος κατεδέξω;
Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα.
Σῶμα τὸ ζωηφόρον, ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει, μετὰ τοῦ Νικοδήμου.
Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη, θερμῶς δακρυῤῥοοῦσα, τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.
Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;
Μετάφραση:
Ὤ ἄνοιξη γλυκιά μου, γλυκύτατο παιδί μου, ποὺ κρύφτηκε ἡ ὀμορφιά σου;
Θρῆνο συγκαλοῦσε ἡ πάναγνη Μητέρα σου, ὅταν νεκρώθηκες.
Γυναῖκες μὲ μύρα ήρθαν γιὰ ν᾿ ἀλείψουν τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι τὸ θεῖο μύρο.
Τὸ θάνατο θανατώνεις μὲ θάνατο, ἐσὺ Θεέ μου, μὲ τὴ θεία ἐξουσία σου.
Αὐτὸς ποὺ πλάνεψε (ὁ διάβολος) πλανήθηκε (ἀπὸ τὸν Θεὸ), αυτός που παραπλανήθηκε (ὁ ἄνθρωπος) λυτρώθηκε μὲ τὸ σχέδιο τῆς σοφίας σου, Θεέ μου.
Στὸν πυθμένα τοῦ ᾅδη ρίχτηκε ὁ προδότης, σὲ λάκκο καταστροφῆς.
Ἀγκάθια καὶ παγίδες οἱ δρόμοι τοῦ άθλιου, παράφρονα Ἰούδα.
Οἱ σταυρωτές σου, Λόγε, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, παμβασιλέα, θὰ καταστραφοῦν ὅλοι.
Σὲ λάκκο καταστροφῆς θὰ χαθοῦν ὅλοι οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων (οἱ φονιάδες).
Υἱὲ τοῦ Θεοῦ παμβασιλέα, Θεέ μου, Πλαστουργέ μου, πῶς δέχτηκες τὸ πάθος;
Ἡ Παρθένος, βλέποντας το γιο της κρεμάμενο στὸ ξύλο, θρηνοῦσε ἀπὸ πόνο.
Ὁ Ἰωσὴφ μαζὶ μὲ τὸ Νικόδημο κηδεύουν τὸ ζωηφόρο σῶμα (τοῦ Χριστοῦ).
Κραύγαζε ἡ Κόρη (ἡ Παρθένος), θερμὰ έχυνε δάκρυα, νιώθοντας νὰ τρυπιοῦνται τὰ σπλάγχνα της (ἀπὸ λύπη).
Ὤ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατο παιδί μου, πῶς καλύπτεσαι τώρα στὸν τάφο;

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου