ΤΑ τραγούδια στην επανάσταση του 1821

 



Τα κλέφτικα τραγούδια πήραν το όνομά τους από το περιεχόμενο των στίχων τους, οι οποίοι αναφέρονται στη δράση των κλεφτών και των αρματολών. Αποτελούν τη νεότερη και πιο πλούσια κατηγορία δημοτικών τραγουδιών. Γεννήθηκαν στην καρδιά της Τουρκοκρατίας και είχαν θέμα τη ζωή των κλεφτών και των αρματολών, που ζούσαν και δρούσαν στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Νότια Μακεδονία και τη Χαλκιδική. Εξυμνούν με το περιεχόμενό τους τη ζωή και τα κατορθώματα των κλεφτών και των αρματολών και θρηνούν για το θάνατό τους. Αντικατοπτρίζουν τους αγώνες, τις θυσίες και τα βάσανα των υπόδουλων Ελλήνων. Οδυσσέας Ανδρούτσος, Αθανάσιος Διάκος, Πανουργιάς, Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Κατσαντώνης, Κοντογιάννης, Λαζαίοι. Τα κλέφτικα τα τραγουδούσαν οι ίδιοι οι κλέφτες αλλά και όσοι τους θαύμαζαν, καταγράφουν συγκεκριμένους ήρωες, συγκεκριμένα περιστατικά που διαδραματίζονται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, χωρίς να υπάρχει κανένα φαντασιακό στοιχείο. Οι κλέφτες είναι πλάσματα με σωματικά και πνευματικά χαρίσματα, είναι το σχεδίασμα της καινούργιας μορφής του Έλληνα. Γεννήθηκαν σε περιοχές της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας, όπου υπήρχαν κλέφτες στα βουνά. Ο Κολοκοτρώνης εμψύχωνε  τα παλικάρια του, πηγαίνοντας στην μάχη με τα κλέφτικα τραγούδια, όπως αφηγείται ο ίδιος στον Τερτσέτη. Ο Μακρυγιάννης τραγουδούσε και συνέθετε τραγούδια, έχοντας δίπλα του τον ταμπουρά







ΣταΤρίκορφα, μεσ΄ την κορφή

Ένας από τους πιο γνωστούς δημιουργούς κλέφτικων τραγουδιών υπήρξε ο Τσοπανάκος από τη Δημητσάνα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Παναγιώτης Κάλας. Ο Τσοπανάκος ακολουθούσε την Νικηταρά και τα παλικάρια του και τους ψυχαγωγούσε με τα τραγούδια του. Τα Τρίκορφα, τοποθεσία που βρίσκεται στο όρος Μαίναλο, κοντά στη Δαβιά και την Αλωνίσταινα, υπήρξαν χώρος πολεμικών επιχειρήσεων προτού την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 αλλά και κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Το τραγούδι «Στα Τρίκορφα μες στην κορφή» είναι του Τσοπανάκου.



Στα Τρίκορφα, μεσ΄ την κορφή,

Κολοκοτρώνης πολεμεί.

Μέσ΄ τα Τρίκορφα, στη ράχη,

πάει το αίμα, σαν αυλάκι.



Κολοκοτρώνης φώναξε,

κι όλος ο κόσμος τρόμαξε.

Το Νικηταρά φωνάζει,

Και τους Τούρκους όλους σκιάζει.



Πού ‘σαι μωρέ Νικηταρά;

που 'χουν τα πόδια σου φτερά;

Μες στους κάμπους πώς κοιμάσαι,

και τους Τούρκους δε φοβάσαι.



Στημέση στην Αράχωβα

Το τραγούδι «Στη μέση στην Αράχωβα» είναι ιστορικό με προέλευση από την Πελοπόννησο. Αναφέρεται στις ιστορικές Καρυές (την Αράχωβα Λακωνίας) και την Βλαχομπαρμπίτσα. Η Αράχωβα επι Τουρκοκρατίας κατείχε τέσσερα ευρύτερα τμήματα (μαχαλάδες): τον Κουτσομαχαλά, τον κάτω Μαχαλά (Αγία Παρασκευή) τον Μαυριάνικο Μαχαλά (Άγιος Ιωάννης) και τον Πάνω Μαχαλά. Ο Ιμπραήμ μετά το Μεσολόγγι κατέβηκε στην Πελοπόννησο για να καταπνίξει την επανάσταση. Στην διάρκεια της εκστρατείας του αυτής κατέστρεψε την Αράχωβα καίγοντάς την στις 12 Μαϊου του 1826. Μόνο ο ιερός ναός της Αγίας Παρασκευής έμεινε όρθιος. Ο άμαχος πληθυσμός κατέφυγε στα βουνά παίρνοντας μαζί του όσα πράγματα μπορούσε να μεταφέρει. Τρεις μήνες αργότερα ο Ιμπραήμ λεηλάτησε πάλι το χωριό και την γύρω περιοχή. Στη διάρκεια αυτής της λεηλασίας σκοτώθηκαν αρκετοί από την Αράχωβα και τη Βλαχομπαρμπίτσα, δίνοντας σκληρές μάχες προκειμένου να σώσουν τον τόπο τους. Έπεσαν σχεδόν όλοι τους μαχόμενοι, ενώ κάποιοι από εκείνους που σώθηκαν σύρθηκαν σκλάβοι στην Πύλο και φορτώθηκαν σε καράβια. Ο λαός τίμησε των ηρωισμό τους με το παρακάτω τραγούδι.













Στη Μέση καλέ στη Μέση στην Αράχωβα,
Στη Μέση στην Αράχωβα
και στη Βλαχομπαρμπίτσα

Πέντε καλέ πέντε πολέμοι γίνονται,
Πέντε πολέμοι γίνονται
απ’ το πρωί ως το γιόμα


Πέφτουν καλέ πέφτουν τα βόλια σαν βροχή,
Πέφτουν τα βόλια σαν βροχή
τα βόλια σαν χαλάζι



Κι αυτά καλέ μου κι αυτά τα λιανοντούφεκα

Κι αυτά τα λιανοντούφεκα

σαν άμμος της θαλάσσης

Μετριού- καλέ μετριούντ’ οι Τούρκοι τρεις φορές
Μετριούντ’ οι Τούρκοι τρεις φορές
και λείπουν τρεις χιλιάδες

Μετριού- καλέ μετριούνται τα Ελληνόπουλα,
Μετριούνται τα Ελληνόπουλα
και λείπουν τρεις λεβέντες





Του Κώστα

Το τραγούδι, πιθανόν, αναφέρεται στον θάνατο του κλέφτη των Αγράφων, Κώστα Καφρίτσα, αν και οι περισσότεροι μελετητές δεν είναι σίγουροι για την ταυτότητα του κλέφτη, στον οποίο αναφέρεται το τραγούδι.

Σηκώνομαι μια χαραυγή, μαύρος από τον ύπνο,

παίρνω νερό και νίβομαι, μαντήλι και σφουγγειώμαι,

ακούω τα δέντρα και βογγούν και ταις οξυαίς και τρίζουν,

και τα λημέρια των κλεφτών και βαριαναστενάζουν.

Έκατσα και τα ρώτησα γλυκά σαν τη μητέρα.

Τι έχετε οξυαίς που χλίβεστε, λημέρια που βογγάτε;”

Κ’ εκείνα μ’ αποκρίθηκαν βαριαναστεναγμένα.

Εχάσαμε την κλεφτουριά και το λεβέντη Κώστα,

οπού ‘χε δώδεκα αδερφούς και τριανταδυό ξαδέρφια,

πού φερνε σκλάβαις παπαδιαίς με τοις παπαδοπούλαις,

πού φέρνε και τοις μπέΐσσαις μ’ αυταίς τοις μπεϊοπούλαις.



Του Κοντογιάννη

Ο Μήτσος και ο Κωνσταντής Κοντογιάννης, γιοι του Γιαννάκη Κοντογιάννη, ήταν αρματολοί της Υπάτης. Ο Κωνσταντής Κοντογιάννης δολοφονήθηκε από τον Δημάκη εκ Μαυρίλου. Το ακόλουθο κλέφτικο τραγούδι περιγράφει την ανακοίνωση του θανάτου του στη μητέρα του.



Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι,

κοιμάται η καπετάνισσα, νύφη του Κοντογιάννη

μέσ’ ‘ς τα χρυσά παπλώματα μέσ’ ‘ς τα χρυσά σεντόνια.

Να την ξυπνήσω ντρέπομαι, να της το πω φοβούμαι,

να μάσω μοσκοκάρυδα να την πετροβολήσω,

ίσως την πάρη η μυρωδιά, ίσως την εξυπνήση.

Σηκώθη η καπετάνισσα και με γλυκορωτάει.

Το τι μαντάτα μού ‘φερες από τους καπετάνιους;

-Πικρά μαντάτα σού ‘φερα από τους καπετάνιους.

Το Νικολάκη πιάσανε, τον Κωσταντή βαρέσαν.

-Πού σαι, μαννούλα, πρόφτασε, πιάσε μου το κεφάλι,

και δέσ’ το μου σφιχτά, για να μοιρολογήσω.

Και ποιόν να κλάψω από τους δυο; ποιανού να πω τοις χάρες;

Να κλάψω για τον Κωσταντή, ή για το Νικολάκη;

Ήσαν μπαϊράκια ‘ς τα βουνά, και φλάμπουρα ‘ς τους κάμπους.





Του Ζαχαριά

Το κλέφτικο τραγούδι «Του Ζαχαριά» αναφέρεται στον θάνατο του Ζαχαριά, ενός από τα παλικάρια του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, πατέρα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, και αρχικλέφτη της Μάνης (1780).



Τι έχουν της Μάνης τα βουνά που στέκουν βουρκωμένα;

Δίχως χιόνια χιονίζονται, δίχως βροχή βροχιώνται

απ’ των κλεφτών τα κλαύματα, δάκρυα και μοιρολόγια.

Εσκότωσαν το Ζαχαριά, τον πρώτο καπετάνιο

που’ ταν κολώνα στο Μωριά και φλάμπουρο στους κάμπους.

Όσα χωριά τ’ ακούσανε όλα μαυροντυθήκαν

κι ένα πουλάκι κάθησε ψηλά στο μετερίζι

κι έπαψε να κελαηδεί, μοιρολογάει και λέει:

«Τ’ ακούσατε Μπαρμπιτσιώτισσες και σεις καλοί λεβέντες;

να μην αλλάχτε τη Λαμπρή, τ’ άστρα να μη φορέστε,

σαν του κοράκου το φτερό βάλτε τη φορεσιά σας

και να καθήστε φρόνιμα, μον σφίχτε την καρδιά σας».

Σαν τ’ άκουσαν οι σύντροφοι επέσαν να πεθάνουν

και μια μικρή, μια λιγερή, μια πρώτη του ξαδέλφη

στο σταυροδρόμι κάθεται, στους κάμπους αγναντεύει,

όσοι διαβάτες που περνούν όλους τους διαρωτάει:

Μην είδατε, διαβάτες μου, τον πρώτο μπουλουξή σας;

Τι μας ρωτάς κοπέλα μου, τι θέλεις να σου ειπούμε;

Δέκα τουφέκια του ’ριξαν μ’ ασημένια βόλια.

Τον Ζαχαριά τον σκότωσαν στον πύργο του Κουκέα.

Εκεί θ’ ακούσεις κλάυματα, βάγια και μοιρολόγια.

Πως κλαίνε οι Μανιάτισσες τον πρώτο καπετάνιο.



















Ο θάνατος του Κίτσου Μπότσαρη

Για τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη έχουν γραφτεί πολλά κλέφτικα τραγούδια. Ο Κίτσος Μπότσαρης ήταν δευτερότοκος γιος του Γιώργη Μπότσαρη και πατέρας του θρυλικού Μάρκου Μπότσαρη. Είχε μεγαλώσει στην αυλή του Αλή Πασά, ως προστατευόμενός του, αλλά αργότερα έφυγε στην Κέρκυρα, όπου υπηρέτησε στον Ρωσικό στρατό. Το 1813, ο Αλή Πασάς τον κάλεσε να ξαναγυρίσει στην Ήπειρο ως καπετάνιος των Σουλιωτών. Κατά την επιστροφή του, έμεινε στην Άρτα στο σπίτι ενός φίλου του, του Ρίζου. Ο Αλή πασάς ανέθεσε το σχέδιο της δολοφονίας του στον έμπιστό του αρματολό του Βάλτου, Γώγο Μπακόλα, που εισέβαλε στο σπίτι του Ρίζου και δολοφόνησε τον Κίτσο Μπότσαρη.



Ο ήλιος εσκοτίδιασε και το φεγγάρι χάθη,

Που βάρεσαν τον Μπότσαρη, τ’ άξιο το παλληκάρι·

Που στον ντουνιά δεν ήτανε και δεν μεταγενιέται.

Ο Γυφτογώγος το σκυλί αντάμα με τον Νούρη

Βαλμέν’ απ’ τον Αλή πασά κι από τον σελιχτάρη

Στον τόπον που κοιμώτανε, τον έγαφαν με μπέσα.

Τρία τουφέκια του ρίξαν όλα με μπαλαρμάθες,

Λίγη φωνίτσαν έσυρε, πριχού να ξεψυχήση·

Το πούσαι Νότη μ’ αδελφέ και συ Μάρκε  παιδί μου,

Το αίμά μου να σύρετε ς τ’ Αλή πασά το ντσάκι,

Δεν τόχω πως με βάρεσαν μηδέ πως αποθαίνω,

Μουν τόχω πως δεν έζησα σ’ ένα μεγάλο τσέγκι,

Να δειάσω το τουφέκι μου, να παίξω το σπαθί μου.

Δόστε μαντάτα στους Κορφούς, στους μαύρους του συντρόφους.





ΤουΚίτσου

Το τραγούδι αυτό υπάρχει σε πολλές εκδοχές και φαίνεται να αναφέρεται σε έναν κλέφτη του Βάλτου και του Ξηρομέρου της Ακαρνανίας. Ο κλέφτης κατάφερε να γλιτώσει το κρέμασμα από τους Τούρκους, αλλά επιστρέφοντας από τη μάχη προς τα Άγραφα, στην οποία σκοτώθηκε ο αδερφός του και πέντε από τα παλικάρια του, τραυματίστηκε θανάσιμα. Η αβεβαιότητα, ωστόσο, για το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται το τραγούδι, το τοποθετεί σε εκείνα τα άσματα, που πέρα από τον προσωποποιημένο κλέφτη, μετατρέπονται σε γενικό ύμνο όλων των κλεφτών.

Στους τελευταίους στίχους η μητέρα του, σαλεμένη από τον πόνο και τη δυστυχία, αναρωτιέται για την τύχη των αρμάτων του γιου της, που είναι σύμβολα της υπερηφάνειας και της ελευθερία του∙ η κληρονομιά που αφήνει πίσω του. Η μητέρα του μοιρολογεί για ό,τι πιο ιερό απέμεινε από αυτόν στον πάνω κόσμο.











Του Κίτσ’ η μάνα κάθουνταν στην άκρη στο ποτάμι,

με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.

«Ποτάμι μου λιγόστεψε, ποτάμι στρέψε πίσω,

για να περάσ’ αντίπερα πέρα στα κλεφτοχώρια,

οπώχουν οι κλέφτες σύνοδο, οπώχουν τα λημέρια».

Τον Κίτσο τον επιάσανε και παν’ να τον κρεμάσουν,

χίλιοι τον πάνε απ’ ομπροστά και δυο χιλιάδες πίσω.

Κι ολοξωπίσω πήγαινε η δόλια του η μανούλα.

μυριολογούσε κι έλεγε, μυριολογά και λέγει.

-Κίτσο μου πού ’ναι τ’ άρματα τα έρμα τα τσαπράζια;

Λωλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμυαλισμένη,

δεν κλαις τα μαύρα νιάτα μου, δεν κλαις και την αντρειά μου,

μον κλαις τα έρμα τ’ άρματα, τα έρμα τα τσαπράζια.





Του Μπέη

Η μελωδία του τραγουδιού αυτού είναι θεμελιωμένη στον Πρώτο Ήχο της Βυζαντινής Μουσικής. Το ποιητικό κείμενο το συναντάμε και στην Ήπειρο με τη μορφή πολυφωνικού τραγουδιού. Εδώ ο θνήσκων πολεμιστής δεν είναι ονομαστός κλέφτης αλλά Τούρκος Μπέης. Το κείμενο ασχολείται κυρίως με το διάλογο μεταξύ του λαβωμένου Μπέη και του αλόγου του. Καταφαίνεται η στεναχώρια του γρίβα του αφού ο Μπέης περνάει τις τελευταίες του στιγμές στη ζωή και ζητάει από το έμπιστο άλογό του να τον θάψει, στέλνοντας τ' άρματά του πίσω στην οικογένειά του και τα προσωπικά του αντικείμενα στην αγαπημένη του. Ο διάλογος μεταξύ αλόγου και Μπέη είναι μυθικό στοιχείο που το συναντάμε σε πολλά τραγούδια θρύλους, ιστορίες και άλλες παραδόσεις (παλαιότατο και τελειότατο πρότυπο για τέτοιες περιστάσεις όπως αυτή του τραγουδιού, θεωρείται ο διάλογος μεταξύ του Αχιλλέα και των αλόγων του (Ξάνθου και Βαλίου) στην Ιλιάδα του Ομήρου). Επίσης ο ακριτικός κύκλος είναι μια μαρτυρία διαλόγων μεταξύ των αλόγων και του αφέντη τους η οποία μεταφέρεται από τον ίδιο το λαό και στα δημοτικά τραγούδια.







Κάτου ‘ς του Φονιά τον κάμπο

και ‘ς της θάλασσας τον άμμο,

ς ένα δέντρο φουντωμένο,

μπέης ήταν ξαπλωμένος,

κ’ είχε τάτι του δεμένο,

και βαριά σιδερωμένο.

Βρόνταγε τα πέταλα του,

κ’ έσκουζε για τον αγά του.

Σήκω απάνου, αφέντη μπέη,

σε γυρεύουν ‘ς το σεφέρι,

τι σκουριάσουν τ’ άρματά σου,

και τα σημοχάντζαρά σου.

-Δεν μπορώ, καϊμένε γρίβα,

γιατί μ’ έχουν λαβωμένο,

ς την καρδιά πιτυχημένο.

Σύρε, σκάψε με τα νύχια,

με τ’ αργυροπέταλά σου,

τραύηξέ με με τα δόντια,

ρήξε με μέσα ‘ς το χώμα.

Έπαρε και τ’ άρματά μου,

δώσε τα ‘ς τα γονικά μου.

Έπαρε και το μαντήλι,

το χρυσό το δαχτυλίδι,

να τα πάγης της καλής μου,

να με κλαίη όταν τα βλέπη.»





ΤουΜπουκουβάλα

Η δράση της οικογένειας Μπουκουβάλα υπήρξε ιδιαίτερα γνωστή και πολύ αγαπητή για τους ανθρώπους της Δ. Στερεάς, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες κλέφτικες φαμίλιες των Αγράφων που τραγουδήθηκε σε πολλά κλέφτικα τραγούδια.



Τ’ είν’ ο αχός που γίνεται και ταραχή μεγάλη;

Μήνα βουβάλια σφάζονται; μήνα θεριά μαλώνουν;

Κι ουδέ βουβάλια σφάζονται κι ουδέ θεριά μαλώνουν,

ο Μπουκοβάλας πολεμά με χίλιους πεντακόσιους,

στη μέση στο Κεράσοβον, και στην Καινούργιαν χώραν.

Κόρη ξανθή εχούιαξεν από το παραθύρι.

«πάψε Ιαννη, τον πόλεμον, πάψε και τα τουφέκια,

να κατακάτσει ο κορνιαχτός, να σηκωθεί αντάρα,

να μετρηθεί τ’ ασκέρι σου, να ιδούμεν, πόσοι λείπουν».

Μετρούντ’ οι τούρκοι μια φορά και λείπουν πεντακόσιοι.

Μετρούνται τα κλεφτόπουλα τους λείπουν τρεις λεβέντες

επήγ’ ο ένας στο νερό, κι ο άλλος ψωμί να φέρει,

ο τρίτος ο καλύτερος στέκεται στο τουφέκι.



ΤωνΚολοκοτρωναίων

Σημαντική οικογένεια που ύμνησε το κλέφτικο τραγούδι είναι αυτή των Κολοκοτρωναίων, η δράση της οποία ξεκινάει από πολύ παλιά. Το τραγούδι φαίνεται να αναφέρεται στον Κωνσταντίνο Κολοκοτρώνη, πατέρα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που συγκρούσθηκε το 1779 με τον Καπουδάν πασά.



Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια,

λάμπουν και τα ’λαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,

πόχουν τ’ ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,

τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια,

όπου δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν.

Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε,

καβάλα παν’ στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,

καβάλα παίρν’ αντίδερο απ’ του παπά το χέρι.

Φλωριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλωριά ρίχνουν στους άγιους,

και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.

«Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια».

Κι ο Θοδωράκης μίλησε, κι ο Θοδωράκης λέει:

«Τούτ’ οι χαρές που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν.

Απόψ’ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου,

θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.

ελάτε να σκορπήσουμε, μπουλούκια να γενούμε.

Σύρε Γεώργο μ’ στον τόπο σου, Νικήτα στο Λιοντάρι.

Εγώ πάου στην Καρύταινα, πάου στους εδικούς μου,

ν’ αφήκω στη διαθήκη μου και τις παραγγολές μου,

τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυνθο να πάω».

















Η φιγούρα της μάνας

Σε κάποια κλέφτικα τραγούδια εκφράζεται η υπερηφάνεια της μητέρας για τον γιο της και τα κατορθώματά του. Τα περισσότερα, ωστόσο, κλέφτικα τραγούδια περιγράφουν τη μάνα ως τραγική φιγούρα. Τα συγγενικά πρόσωπα των κλεφταρματολών (μανάδες, κόρες, γυναίκες) ήταν εκείνα που αναλάμβαναν, κυρίως, το μοιρολόι για το χαμό τους. Η μητέρα που εκφράζει τη λύπη και την απελπισία της για τον θάνατο του γιου της αποτελεί την αφετηρία, αλλά και την κεντρική μορφή πολυάριθμων κλέφτικων τραγουδιών.

Να πείτε της μανούλας μου, της παραπονεμένης/ ποτέ να μη με καρτερεί, ποτέ να μη με πετυχαίνει./ Μην πείτε πως σκοτώθηκα, μην πείτε πως εχάθην./ Να πείτε πως παντρεύτηκα στον έρημο το λόγκο. (Του Ξυλικιώτη)

 

Κι αν τύχει και να σκοτωθώ, στο νου μου δεν το βάνω/ Και συ μάνα μ’ μη λυπηθείς και μη μαυροφορέσεις/ Το γιό σου κι αν σκοτώσουνε ήτανε παλικάρι. / Τα παλικάρια δεν τα κλαιν, δεν τα μοιριολογάνε! (Του Αλέξη)

 

Μάννα, μ’ έκαταράστηκες, βαρειά κατάρα μου είπες./ Κλέφτης να βγης, παιδάκι μου, κάμπους, βουνά να τρέχης,/ ολημερίς ‘ς τον πόλεμο, τη νύχτα καραούλι,/ και ‘ς τα γλυκοχαράματα να πιάνης το ταμπούρι.













Το μυθικό στοιχείο

Δεν είναι λίγες οι φορές που συναντάμε το υπερβατικό στοιχείο στα κλέφτικα τραγούδια. Οι ήρωες εμφανίζονται να συνομιλούν με στοιχεία της φύσης, τα άρματά τους, τα ζώα, εξωτερικεύοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους.



Τ’ έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος

με τις ριζούλες στο νερό και πάλι μαραμένος;

Παιδιά μ’ σαν με ρωτήσατε, να σας το μολογήσω.

Αλή πασάς επέρασε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Κι όλοι στον ίσκιο μ’ έκατσαν, εκάτσαν στη δροσιά μου

κι όλοι σημάδι μ’ έβαλαν, κι όλοι με τουφεκίσαν.

(Τ’ έχεις καημένε πλάτανε)

 

-Πούθε έρχεσαι πουλάκι μου και πούθε κατεβαίνεις;

-Από τη Βέργια έρχομαι και στ’ Άγραφα πηγαίνω.

(Ο Νικολός και ο Σταθάκης)

 

Βρόνταγε τα πέταλα του,

κ’ έσκουζε για τον αγά του.

Σήκω απάνου, αφέντη μπέη,

σε γυρεύουν ‘ς το σεφέρι,

τι σκουριάσουν τ’ άρματά σου,

και τ’ ασημοχάντζαρά σου.

(Του Μπέη)







Το στοιχείο της φύσης

Τα στοιχεία της φύσης είναι παρόντα στα περισσότερα κλέφτικα τραγούδια. Η φύση, σύμβολο ελευθερίας, είναι αυτή που περιβάλλει τον κλέφτη σε κάθε πτυχή της ζωής του, από τις χαρές μέχρι και τον θάνατο. Επιπλέον, ο ερχομός της άνοιξης, δημιουργούσε πάντα αγαλλίαση στους κλεφταρματολούς που ζούσαν μια σκληρή ζωή σε δύσβατες περιοχές και που, συχνά, αντιμετώπιζαν τις δυσκολίες των καιρικών φαινομένων.



Ανάμεσα σε τρεις θάλασσες Χασανερά κι’ Άγιον Όρος/

βγήκαν τρία αστέρια λαμπερά και τρία θαμπουμένα/

και το φεγγάρι το λαμπρό πολύ σκοταδιασμένο.

(Του Καραμήτσου)

 

Βαστάτε, Τούρκοι, τ’ άλογα, λίγου να ξανασάνω

να χαιρετίσω τα βουνά κι τις ψηλές ραχούλες,

να χαιρετίσω τις πλαγιές, τις δροσερές βρυσούλες.

(Βαστάτε, Τούρκοι, τ’ άλογα)

 

Κλαίνε τα δέντρα, κλαίνε, κλαίνε τα κλαριά,

κλαίνε και τα λημέρια που λημέριαζα,

κλαίνε τα μονοπάτια που περπάταγα,

κλαίνε κ’ οι κρυοβρυσούλες πο ‘πινα νερό.

(Του λαβωμένου κλέφτη)

 

Και βγάλτε τα χαντζάρια σας, φκιάστε μ’ ωριό κιβούρι

να ναι πλατύ για τ’ άρματα, μακρύ για το κοντάρι.

Και ‘ς τη δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παραθύρι,

να μπαίνει ο ήλιος το πρωί και το δροσιό το βράδυ,

να μπανοβγαίνουν τα πουλιά, της άνοιξης τ’ αηδόνια,

και να περνούν οι έμορφες, να με καλημεράνε.

(Του κλέφτη το κιβούρι)





Το στοιχείο της υπερβολής

Τα κατορθώματα και η ανδρεία των κλεφταρματολών διατυπώνονταν πολλές φορές με υπερβολικό τρόπο. Πολλά κλέφτικα τραγούδια αποδίδουν στους ήρωές τους υπερφυσικές δυνάμεις. Το στοιχείο της υπερβολής χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την ανδρεία των μαχητών, την αυτοθυσία και τον ηρωισμό τους, αλλά και για εξυψώσει το ηθικό των Ελλήνων μπροστά στην αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών.



Ο Μπουκοβάλας πολεμά με χίλιους πεντακόσιους,

στη μέση στο Κεράσοβον, και στην Καινούργιαν χώραν.

(Του Μπουκουβάλα)

 

Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φορές,

και λείπουν τρεις χιλιάδες.

Μετριούνται τα κλεφτόπουλα

και λείπουν τρεις λεβέντες.

(Στη μέση στην Αράχωβα)

 

Τον Κίτσο τόνε πιάσανε και πάν να τον κρεμάσουν,

χίλιοι τον πάν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω.

(Του Κίτσου)

 

Έμεινε ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες.

Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες.

(Του Διάκου)





Παιδιά της Σαμαρίνας


Η Σαμαρίνα, το ιστορικό βλαχοχώρι των Γρεβενών, έδωσε στον αγώνα παλικάρια που διακρίθηκαν για τη λεβεντιά τους κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου και ενέπνευσαν τους στίχους του τραγουδιού.


Eσείς, μωρέ, παιδιά κλεφτόπουλα,
παιδιά της Σαμαρίνας, μωρέ, παιδιά καημένα,
παιδιά της Σαμαρίνας, κι ας είστε λερωμένα.
Κι αν πάτε απάνω στα βουνά κατά τη Σαμαρίνα,
ντουφέκια να μη ρίξετε, τραγούδια να μην πείτε,
κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου κι η δόλια η αδερφή μου,
μην πείτε πως σκοτώθηκα, πως είμαι σκοτωμένος,
μόν’ πείτε πως παντρεύτηκα, πως είμαι παντρεμένος,
πήρα την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα.





ΤουΜάρκου Μπότσαρη

Ιστορικό Κλέφτικο Στερεάς Ελλάδας


Από τις πλέον ηγετικές φιγούρες του αγώνα, οπλαρχηγός των Σουλιωτών, από οικογένεια με μεγάλη δράση στον αγώνα.

Ο θάνατός του προκάλεσε τέτοια κοσμοσυρροή, που ο Σολωμός την παρομοίασε με εκείνη των Τρώων στο θάνατο του Έκτορα.


Θρήνος μεγάλος γίνεται μέσα στο Μεσολόγγι
το Μάρκο παν στην εκκλησιά το Μάρκο παν στον τάφο
‘ξήντα παπάδες παν μπροστά και δέκα δεσποτάδες
κι από κοντά Σουλιώτισσες τόνε μοιργιολογάνε.





Κατσαντώνης

Κλέφτικο τσάμικο Ηπείρου


Από τους πρώτους που οργάνωσαν και δίδαξαν τον κλεφτοπόλεμο, ο Σαρακατσάνος Αντώνης Κατσαντώνης (γεννημένος Μακρυγιάννης) αρνήθηκε να ενταχτεί στο ρωσικό στρατό, πολέμησε στα Άγραφα και αργότερα στο πλευρό του Κολοκοτρώνη. Πέθανε το 1809.


Ωχ, ν-έχετε γεια, γεια ψηλά βουνά

και σεις κοντές ραχούλες, ραχούλες,
γεια σου Κατσαντώνη μου,
και σεις κοντές ραχούλες, ραχούλες,
γεια σου καπετάνιε μου.
Και σεις Τζουμέρκα κι Άγραφα, παλικαριών λημέρια.
Μην πείτε πως με πιάσανε, με προδοσιά, με δόλο,
αρρωστημένο μ’ ηύρανε, ξαρμάτωτον στο στρώμα.





Του Νικοτσάρα (Τι έχουν της Ζίχνας τα βουνά)

Τσάμικο Θεσσαλίας 



Ο Νίκος Τσάρας, επονομαζόμενος "Αητός του  Ολύμπου", γεννήθηκε στα Γιαννωτά, χωριό στις παρυφές του βουνού. Μετά τη δολοφονία του κλεφταρματολού πατέρα του εντάχθηκε στην οικογένεια των Λαζαίων (από την οποία κατάγονταν ο ήρωας Γεωργάκης Ολύμπιος που ανατινάχθηκε στη Μολδοβλαχία για να μην παραδοθεί).

Ο Νικοτσάρας ήταν καπετάνιος στην ομάδα κλεφτών του Λιβαδίου Ολύμπου (Βλαχολίβαδου) και έμεινε στην ιστορία για την φιλοτιμία του και την αφιλοχρηματία.



Τι έχουν της Ζίχνας τα βουνά και στέκουν μαραμένα; Μήνα χαλάζι τα βαρεί, μήνα βαρύς χειμώνας; Ουδέ χαλάζι τα βαρεί, ουδέ βαρύς χειμώνας, ο Νικοτσάρας πολεμάει, με τρία βιλαέτια, τη Ζίχνα και το Χάντακα, το έρημο το Πράβι.



Σχόλια